Τετάρτη, 14 Δεκεμβρίου 2011

Για τη Σώτια Τσώτου




"Εμείς οι τρεις στον καφενέ / τσιγάρο πρέφα και καφέ / βρε δε βαριέ - βρε δε βαριέσαι αδερφέ", τραγουδά συχνά - πυκνά, συνήθως χωρίς προφανή αιτία, ο πατέρας μου στο σπίτι όλα αυτά τα χρόνια. Της γενιάς του τραγούδια άλλωστε. Στο ίδιο στυλ, πετάγεται πολλές φορές μέσα στην ησυχία και απαγγέλλει σε γρήγορο ρυθμό - σχεδόν ραπ! - ολόκληρα κατεβατά στίχων από τραγούδια του Κώστα Χατζή. "Πολύ με πίκρανε η ζωή / μακριά θα φύγω ένα πρωί / θ' ανέβω σ'ένα αεροπλάνο / να δω τον κόσμο από κει πάνω" και το αγαπημένο του "Τα νιάτα του έφαγε ο Στρατής / στα ναυπηγεία ολημερίς / φτιάχνει τα πιο γερά σκαριά / να πάνε οι άλλοι μακριά / να ταξιδέψουνε τη γη / οι τυχεροί, οι τυχεροί". Μετά συνήθως ακολουθούν κι άλλα, πάντα με αυτή τη γρήγορη απαγγελία χωρίς να χάνει στίχο, ενώ η σκηνή καταλήγει πάντα με τις μνήμες του από τις μπουάτ της δεκαετίας του '70. Αυτό που μου έκανε όμως εντύπωση είναι ότι όλα αυτά τα χρόνια, τις άπειρες φορές που η σκηνή αυτή επαναλήφθηκε, δεν παρέλειψε ποτέ να μας τονίσει "Και ξέρεις ε; Στίχοι Σώτιας Τσώτου. Καταπληκτικοί στίχοι!". Αν και δεν συγκράτησα ποτέ το περίεργο αυτό όνομα, ούτε μπήκα στη διαδικασία να ψάξω πολλά παραπάνω, μπορώ να πω ότι είχε χαραχτεί μέσα μου από τις αναφορές του πατέρα μου. Άλλωστε ήταν μια γυναίκα που δεν έβγαινε συχνά στα μέσα και ειδικά η γενιά η δική μου δεν είχε καμία εικόνα της. Δεν θεωρώ τυχαίο ότι ο πατέρας μου, συνειδητά ή όχι, έλεγε πάντα τους στίχους απ'τα τραγούδια της σε στυλ γρήγορης απαγγελίας, παραμερίζοντας κάπως τη μελωδία. Δεν είναι λοιπόν μόνο πως πρόκειται για τραγούδια της γενιάς του με τα οποία έχει ισχυρότατη βιωματική σχέση, ούτε οι μνήμες του από τις μπουάτ όπου πολλές φορές λέγονταν με έναν τέτοιο διαλογικό τρόπο τα τραγούδια, αλλά και η ίδια η τεράστια διεισδυτικότητα και ευαισθησία των στίχων της Σώτιας Τσώτου. Και πού να 'ξερα εγώ, πως πέρα από αυτά τα κοινωνικής και πολιτικής ευαισθησίας τραγούδια, η αγαπημένη στιχουργός του πατέρα μου έχει γράψει μερικά από τα ωραιότερα λαϊκά που κι εγώ πάντα λάτρευα, όπως το πασίγνωστο, στιβαρό "Βραδιάζει" του Καζαντζίδη ή το αγαπημένο μου χασάπικο "Έτσι ειν' οι ανθρώποι"... Με λύπη μου έμαθα ότι η Σώτια Τσώτου έφυγε απ' τη ζωή πριν λίγες μέρες (10/12) σε ηλικία 69 ετών. Μια σύντομη αναφορά στην τεράστια συμβολή της στο ελληνικό τραγούδι θα βρείτε εδώ.

2 σχόλια:

Τάσος Καραντής είπε...

Η Σώτια Τσώτου δεν ήταν μόνο η στιχουργός της γενιάς του πατέρα σου, αλλά και της γενιάς των δικών μου γονιών(μια γενιά πίσω δηλαδή), ακόμα και της δικής μου(40+), αφού, πιτσιρικάδες τη δεκαετία του '70, ξέραμε και σιγοτραγουδούσαμε τα πιο μελωδικά απ' τα τραγούδια σε στίχους της. Βέβαια, κι εγώ, αν και πολύ μικρός, ανήκα σ' αυτούς, που συγκρατούσαν και τα ονόματα των δημιουργών πέρα από των τραγουδιστών, γιατί η σχέση μου με το τραγούδι δεν ήταν χαβαλετζίδικη.
Η αλήθεια, είναι πως τις δημιουργικές κορυφές τις έπιασε τότε, αλλά και τα επόμενα χρόνια βάστηξε το επίπεδό της κι είχε και τις εκλάμψεις της, με κομμάτια σαν το "Βραδιάζει".
Πολύ χαίρομαι που κι η δική σου γενιά των 20+ γνωρίζει και τιμά την Τσώτου, κι άρα και το παρελθόν του τραγουδιού μας και τους ανθρώπους του, που το έφτασαν ως εδώ και του έδωσαν ταυτότητα.

Stepas είπε...

Έτσι είναι αγαπητέ Τάσο. Όντως, η δημιουργική της κορύφωση ήταν στα 70s αλλά και αργότερα είχε σπουδαίες στιγμές. Η ικανότητά της να γράφει καθαρά λαϊκό στίχο, αλλά και ευαίσθητα τραγούδια όπως αυτά που έκανε με τον Χατζή, είναι εντυπωσιακή. Πολύ σπουδαία στιχουργός που δυστυχώς δεν την μνημονεύαμε συχνά όπως άλλες ομοτέχνους της. Βεβαίως και τιμούμε τέτοιες προσωπικότητες της παλιάς γενιάς του ελληνικού τραγουδιού όσοι από εμας τους 20+ είχαμε την ευκαιρία (ή την θέληση) να τους μάθουμε, παρότι (για να σου πω τη δική μου στεναχώρια), λυπάμαι όταν εμείς οι νεότεροι πολλές φορές ανακαλύπτουμε αξίες αργά...